Παρασκευή, 4 Απριλίου 2014

Bένετο - Πουρί (Ο2)

Απόσταση: 21,5 χλμ.
Διάρκεια: 8,5-9 ώρες (καθαρός χρόνος πορείας 6.45')
Υψόμετρο: από 240 μ. (Βένετο) σε 0 μ. (Λιμνιώνας) σε 450 μ. (Πουρί)
Συνολική ανάβαση: 1083 μ. Συνολική κατάβαση: 881 μ.
Σήμανση: πινακίδες Ο2, κόκκινα σημάδια
Πόσιμο νερό στη διαδρομή: ναι (Πυργάκια, Ξερόρεμα)
Κατεβάστε ίχνος GPS:   από το Wikiloc   από το Everytrail


         Αυτή είναι μια από τις μεγαλύτερες και ομορφότερες πορείες στο Πήλιο, μια μεγάλη διάσχιση στην τελευταία παρθένα περιοχή που έχει απομείνει στο βουνό των Κενταύρων, τμήμα του εθνικού μονοπατιού Ο2. Περνούμε από δύο πέτρινα γεφύρια (Πυργάκια και Διακουμή), από την ερημική παραλία του Λιμνιώνα και από το ερειπωμένο χωριό της Παλιάς Μιτζέλας.  Με δυο λόγια, είναι μια πορεία που συμπυκνώνει όλη την άγρια ομορφιά του Πηλίου και όποιος έχει την τύχη να την κάνει, σίγουρα θα του μείνει αξέχαστη.
         Οι συγκοινωνίες δε βολεύουν (το Βένετο δεν έχει λεωφορείο, το Πουρί έχει μόνο δυο δρομολόγια προς Ζαγορά-δείτε στο www.ktelvolou.gr)  και πρακτικά ο μόνος τρόπος να μετακινηθούμε στην αρχή και το τέλος της διαδρομής είναι με μισθωμένο λεωφορείο ή ταξί. Αν επιλέξουμε να περπατήσουμε από Βένετο προς το Πουρί, έχουμε το πλεονέκτημα ότι στο δεύτερο μισό της διαδρομής είμαστε κοντά σε αγροτικούς δρόμους, έτσι αν κάποιος από την ομάδα αντιμετωπίσει πρόβλημα προς το τέλος, είναι σχετικά εύκολο να έρθει βοήθεια με κάποιο αγροτικό αυτοκίνητο. Το Πουρί και το Βένετο έχουν εστιατόριο ανοικτό όλο το χρόνο, ενώ στο Πουρί θα βρούμε και δύο ξενώνες.
         Από το πάρκινγκ των αυτοκινήτων στο Βένετο ανεβαίνουμε στην πλατεία και μετά στα σκαλοπάτια προς το δρόμο από πάνω, στον οποίο βαδίζουμε προς τα αριστερά (ανατολικά). Περνούμε από εκκλησάκι (Άγιος Νικόλαος) όπου υπάρχει και μια βρύση κάτω αριστερά, βγαίνουμε από το χωριό και συνεχίζουμε στο δρόμο, αφήνοντας δεξιά διασταυρώσεις με τις διαδρομές που πάνε για Άνω Κερασιά και Μονή Φλαμουρίου. Στο δεύτερο μαντρί που θα συναντήσουμε (υπάρχει πινακίδα), αφήνουμε το δρόμο προς τα δεξιά και βρίσκουμε το μονοπάτι-καλντερίμι. Από δώ θα περάσουν τουλάχιστον τέσσερις ώρες πορείας μέχρι να ξανασυναντήσουμε δρόμο.
Κατεβαίνοντας προς το Κακόρεμα
       Βαδίζοντας σε πετρώδες έδαφος με αραιή βλάστηση, περνούμε το Κακόρεμα και μετά μια δεύτερη ρεματιά, ανεβαίνουμε σε πετρώδες πλάτωμα και φθάνουμε στο μαντρί του Γιώργου Βασιλείου. Εδώ το μονοπάτι είναι ασαφές. Όμως ανηφορίζοντας ελαφρά από το μαντρί, λίγο πιο πάνω από την περίφραξη, βλέπουμε αριστερά τα κόκκινα σημάδια και βρίσκουμε το μονοπάτι που κατεβαίνει προς μιαν άλλη ρεματιά, τη Βαθουλωμένη.
Η ρεματιά Βαθουλωμένη
                Μετά τη ρεματιά αυτή, βαδίζουμε σε μονοπάτι-καλντερίμι παράλληλο με την ακτογραμμή, περίπου πενήντα μέτρα ψηλότερα από τη θάλασσα. Αφήνουμε αριστερά διασταύρωση με μπλέ σημάδια, που οδηγεί στον ερειπωμένο ταρσανά της μονής Φλαμουρίου (Άγιος Νικόλαος). Από κάποια σημεία φαίνεται η βραχώδης ακτή με τις θαλασσοσπηλιές, οι αρχαίοι Ιπνοί, όπου τσακίστηκε ο στόλος του Ξέρξη το 480 π.Χ.
Οι θαλασσοσπηλιές
          Αφήνουμε δεξιά δύο στενά μονοπάτια με μπλέ σημάδια που πάνε προς Παλιόκαστρο και Νικόλα Λάκκα-Άνω Κερασιά και πιο πέρα κατεβαίνουμε μέσα στην κοίτη της ρεματιάς Αγραλέξη, που είναι το όριο των κτηματικών περιοχών Φλαμουρίου και Παλιάς Μιτζέλας. Βαδίζοντας για λίγο μέσα στη ρεματιά,  βγαίνουμε στην όμορφη βοτσαλωτή ακρογιαλιά του Λιμνιώνα, σε τρεις ώρες περίπου από το ξεκίνημά μας. Εδώ υπάρχουν κάποια ερείπια και ένα παλιό πηγάδι, καθώς η παραλία στο παρελθόν χρησίμευε για τη μεταφορά ξυλείας και άλλων αγαθών με καΐκια.  Επαναστάτες και αντάρτες κάθε λογής και ο θρυλικός Αλφόνς την είχαν για λημέρι τους (διαβάστε το βιβλίο του Werner Helwig ''Οι ληστές του βυθού'', εκδόσεις iWrite).
Λιμνιώνας
       Συνεχίζουμε στο μονοπάτι που ανηφορίζει από την άκρη της παραλίας στην άγρια πλαγιά, απομακρυνόμενο από τη θάλασσα. Κάνοντας αρκετή πορεία σε ωραίο δασωμένο μονοπάτι, περνούμε το Κερασόρεμα και ύστερα βγαίνουμε σε δρόμο, στην τοποθεσία Περιβόλια. Βαδίζουμε για κάμποσο διάστημα στο δρόμο, περνούμε ομαλά μια πρώτη ρεματιά και κατόπιν φτάνουμε στη ράχη από μια δεύτερη, που λέγεται ρέμα Καπνούτση και καταλήγει στην παραλία Κολοκυθάκι, η οποία ήταν επίνειο της Παλιάς Μιτζέλας. Κατηφορίζοντας στο δρόμο, προσέχουμε αριστερά μας για τις πινακίδες Ο2 και βρίσκουμε το μονοπάτι, που καθαρίστηκε το Νοέμβριο του 2013 (πιο πριν ήταν αδιάβατο)  και το οποίο μας φέρνει στο βάθος της ρεματιάς, όπου θα συναντήσουμε το παλιό πέτρινο γεφύρι Πυργάκια. Άγνωστο πότε χτίστηκε (μάλλον επί Τουρκοκρατίας), συνεχίζει όμως να διατηρείται σε καλή κατάσταση μέσα σε έναν παρθένο τόπο, αναλλοίωτο και αυθεντικό.
Το γεφύρι Πυργάκια στο ρέμα Καπνούτση
          Μετά το γεφύρι, το μονοπάτι μας ξαναβγάζει στο δρόμο. Σε είκοσι μέτρα υπάρχει δεξιά μας δίπλα στο δρόμο χαμηλή βρύση με καλό πόσιμο νερό (στερεύει το καλοκαίρι). Μετά από πενήντα μέτρα ακόμα στο δρόμο, προσέχοντας τα κόκκινα σημάδια, βρίσκουμε δεξιά τη συνέχεια του μονοπατιού που θα μας φέρει στα χαλάσματα της Παλιάς Μιτζέλας (παλιότερη ονομασία Μουντζέλες, βλάχικο τοπωνύμιο από τη λέξη μούντζι, που σημαίνει βουνό). To χωριό καταστράφηκε το 1828 από τους Τούρκους και δεν ξανακατοικήθηκε έκτοτε. Μέχρι πριν λίγα χρόνια διατηρούνταν η κόγχη του ναού της Παναγίας, όμως δυστυχώς άθλιοι λαθρανασκαφείς πρόσφατα την κατέστρεψαν εντελώς, ψάχνοντας για λίρες...
Ένας σωρός από πέτρες, ό,τι απέμεινε από την εκκλησία της Παναγίας στην Παλιά Μιτζέλα
        Μετά την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους, η βασίλισσα Αμαλία παραχώρησε στους πρόσφυγες κατοίκους μια έκταση στο μυχό του Παγασητικού κόλπου, κοντά στα τότε σύνορα με την Τουρκία, όπου χτίστηκε η σημερινή Νέα Μιτζέλα ή Αμαλιάπολη.
        Συνεχίζοντας στο μονοπάτι, φθάνουμε στη ράχη όπου έχουμε μπροστά μας τη μεγάλη ρεματιά της Λαγωνίκας. Κατηφορίζουμε σε καλντερίμι και φθάνουμε στο μεγάλο πέτρινο γεφύρι του Διακουμή. Χτισμένο κι αυτό από Ηπειρώτες μαστόρους, διατηρείται επίσης σε αρίστη κατάσταση, περήφανο δείγμα της ακμής των χωριών του Πηλίου στο τέλος της Τουρκοκρατίας (για περισσότερες πληροφορίες δείτε το βιβλίο του Νίκου Χαρατσή ''Πέτρινα τοξωτά γεφύρια στο Πήλιο''. Διαβάστε επίσης το βιβλίο του Νίκου Διαμαντάκου ''Το Πουρί, το πολύδροσο χωριό του Πηλίου'').
Το γεφύρι του Διακουμή στο ρέμα της Λαγωνίκας
        Μετά το γεφύρι βγαίνουμε σε δρόμο (που αριστερά κατηφορίζει προς την παραλία του Οβριού) και βαδίζουμε σε αυτόν προς τα δεξιά (ανατολικά). Μετά από δύο χιλιόμετρα περίπου, εκεί που ο κύριος δρόμος κάνει κατηφορική αριστερή στροφή, πάμε λοξά δεξιά σε στενό χωματόδρομο, από το τέρμα του οποίου συνεχίζει μονοπάτι-καλντερίμι που μας κατεβάζει σε άλλη ρεματιά, το Ξερόρεμα. Αυτή θα είναι και η τελευταία ρεματιά που θα περάσουμε.
Το καλντερίμι στο Ξερόρεμα

        Ανηφορίζοντας στην άλλη πλευρά, συναντούμε πηγή που αναβλύζει από το βράχο, στη ρίζα ενός μεγάλου πλατανιού. Βγαίνουμε σε δρόμο που ανηφορίζει λίγο ακόμα και μετά βαδίζουμε σε ίσιωμα. Δεξιά λοξά ανηφορίζει τσιμεντόδρομος, που επίσης οδηγεί στο Πουρί. Εμείς προτιμούμε να βαδίσουμε ευθεία στο δρόμο μας και σε λίγο συναντούμε ασφαλτόδρομο πάνω σε στροφή του. Ανηφορίζοντας ομαλά ευθεία στην άσφαλτο, φθάνουμε στην κάτω συνοικία του Πουρίου.
Πουρί
          Από τη σκεπαστή βρύση που θα δούμε δεξιά στο δρόμο ανηφορίζει καλντερίμι, το οποίο μας βγάζει πιο πάνω στην άκρη του πάρκινγκ, όπου είναι και το τέρμα των λεωφορείων, στην επάνω συνοικία του χωριού.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου